ἄπειρος

ἄ|πειρος, ον неопытный ἄ|πειρος, ον неограниченный, безграничный (ср. омоним)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἄπειρος" в других словарях:

  • ἄπειρος — 1 without trial masc/fem nom sg ἄπειρος 2 boundless masc/fem nom sg ἄ̱πειρος , ἤπειρος terra firma fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άπειρος — (I) η, ο (AM ἄπειρος, ον) [πείρα] 1. αυτός που δεν έχει πείρα σε κάτι, που δεν το γνωρίζει, ο ασυνήθιστος 2. (απολ.) αδαής, αμαθής. (II) η, ο (AM ἄπειρος, ον) [πείραρ, πέρας] 1. απεριόριστος, απέραντος 2. αμέτρητος, απειροπληθής 3. το ουδ. ως ουσ …   Dictionary of Greek

  • άπειρος — η, ο επίρρ. α 1. πρωτόπειρος, αδαής, αδέξιος: Ήταν γιατρός νέος κι άπειρος. 2. απέραντος, ατέλειωτος, αχανής: Άπειρη είναι η ευγνωμοσύνη μου. 3. αναρίθμητος: Άπειρα πλήθη κόσμου συγκεντρώθηκαν, για να ακούσουν τον ομιλητή. Το ουδ., το άπειρο ως… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άπειρος — [апирос] εκ. неопытный, беспредельный, бесконечный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀπειρότερον — ἄπειρος 1 without trial adverbial comp ἄπειρος 1 without trial masc acc comp sg ἄπειρος 1 without trial neut nom/voc/acc comp sg ἄπειρος 2 boundless adverbial comp ἄπειρος 2 boundless masc acc comp sg ἄπειρος 2 boundless neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπειροτέρων — ἄπειρος 1 without trial fem gen comp pl ἄπειρος 1 without trial masc/neut gen comp pl ἄπειρος 2 boundless fem gen comp pl ἄπειρος 2 boundless masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπειρότατα — ἄπειρος 1 without trial adverbial superl ἄπειρος 1 without trial neut nom/voc/acc superl pl ἄπειρος 2 boundless adverbial superl ἄπειρος 2 boundless neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπειρότατον — ἄπειρος 1 without trial masc acc superl sg ἄπειρος 1 without trial neut nom/voc/acc superl sg ἄπειρος 2 boundless masc acc superl sg ἄπειρος 2 boundless neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπείρω — ἄπειρος 1 without trial masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἄπειρος 1 without trial masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) ἄπειρος 2 boundless masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἄπειρος 2 boundless masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) ἀ̱πείρω , ἀπειρόω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπείρως — ἄπειρος 1 without trial adverbial ἄπειρος 1 without trial masc/fem acc pl (doric) ἄπειρος 2 boundless adverbial ἄπειρος 2 boundless masc/fem acc pl (doric) ἀ̱πείρως , ἀπειρόω multiply to infinity imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀπειρόω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄπειρον — ἄπειρος 1 without trial masc/fem acc sg ἄπειρος 1 without trial neut nom/voc/acc sg ἄπειρος 2 boundless masc/fem acc sg ἄπειρος 2 boundless neut nom/voc/acc sg ἄ̱πειρον , ἤπειρος terra firma fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.